Η Αγνή Von Meijenfeldt – Φουρναράκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών και πήρε το πτυχίο Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Κατόπιν, παρακολούθησε μαθήματα Ρωσικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.

Εργάστηκε στο Άμστερνταμ ως υποδιευθύντρια του ΕΟΤ. Αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε για δεκατρία χρόνια έναν ταξιδιωτικό οργανισμό με ειδικότητα στα ταξίδια a la carte στην Ελλάδα και την Κύπρο. Το 1996 ίδρυσε στο Άμστερνταμ ένα ινστιτούτο οργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων και εκμάθησης ελληνικής και γαλλικής γλώσσας και πολιτισμού για στελέχη επιχειρήσεων, καθώς και μαθημάτων ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας για ιδιώτες (www.ath-ena.nl).

Από νεαρή ηλικία άρχισε να γράφει ποίηση για να εκφράσει τα αισθήματά της και γεγονότα που την επηρέασαν. Έχει εκδώσει δύο δίγλωσσες ποιητικές συλλογές (σε ελληνικά και ολλανδικά), με τους τίτλους Βιώματα και Ο Δεύτερος Κύκλος. Τα βιβλία συνοδεύονται από CD, στα οποία απαγγέλλονται όλα τα ποιήματα στα ελληνικά και στα ολλανδικά με μουσική υπόκρουση.

Το 2010 αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στο Μεσογειακό Φεστιβάλ Ποίησης, που πραγματοποιήθηκε στην Ολλανδία (σε Άμστερνταμ, Ρότερνταμ και Ουτρέχτη) με τη συμμετοχή ποιητριών από την Ολλανδία, την Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ελλάδα, την Τουρκία, τον Λίβανο και τη Συρία. Το 2017 παρουσιάστηκε ένα από τα ποιήματά της («Βρέχει») στο International Poetry Festival στο Ρότερνταμ, μελοποιημένο από την Ελληνίδα συνθέτρια Ασπασία Νασοπούλου.

Το πάθος της για τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη λογοτεχνία πάλλεται μέσα από τα έργα της, που επιδιώκουν να φέρουν μπροστά στον αναγνώστη μελαγχολικές εικόνες ξενιτιάς, αγαπημένων προσώπων που χάθηκαν, αλλά και νέων στενών δεσμών, καθώς και αισθησιακές στιγμές απόλαυσης της ζωής.

Με την παρούσα έκδοση, ένα ιστορικό μυθιστόρημα που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, συστήνεται και ως πεζογράφος.

Εμφάνιση του μοναδικού αποτελέσματος

Εμφάνιση 16 32 64

Κάποτε Τελειώνουν οι Σιωπές

18,00 €

«Τώρα στέκονταν μπροστά στο προαύλιο. Ένα βαρύ σιδερένιο κιγκλίδωμα τους χώριζε από τους κατοίκους αυτού του άθλιου κτιρίου, θύματος μας παρανοϊκής κρατικής μηχανής. Το επισκεπτήριο είχε αρχίσει. Έδωσε το όνομα. Περίμεναν εξουθενωμένες στην «είσοδο της κόλασης» […] Η επίσκεψη ήταν σύντομη, όχι πάνω από ένα τέταρτο. Τα λόγια στεγνά, τα βλέμματα έντονα. Στον δρόμο της επιστροφής η Αλίκη δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Το τότε, το μετά, το τώρα; Το κοριτσάκι που ήταν κάποτε το άφησε μαζί του για συντροφιά, να του κρατάει το χέρι, όπως παλιά, όταν ήταν παιδιά κι ερχόταν κοντά της για παρηγοριά με το σκισμένο γόνατο μετά το πέσιμο από το πατίνι».

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα